Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
desempeñar
01
εκτελώ, ασκώ
realizar o ejecutar una tarea, función o papel
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
desempeño
γ΄ ενικό πρόσωπο
desempeña
ενεστώτα μετοχή
desempeñando
απλός αόριστος
desempeñó
παθητική μετοχή
desempeñado
Παραδείγματα
Desempeñó su labor con eficiencia.
Εκτέλεσε την εργασία του αποτελεσματικά.
02
κατέχω, ασκώ
ocupar o ejercer un cargo, puesto o función
Παραδείγματα
Desempeñó un papel clave en el proyecto.
Αυτή έπαιξε καθοριστικό ρόλο στο έργο.
03
εξαγοράζω, ανακτώ από ενέχυρο
recuperar objetos o valores que estaban en custodia o empeñados
Παραδείγματα
El cliente desempeñó un collar valioso.
Ο πελάτης εξαγόρασε ένα πολύτιμο κολιέ.



























