desempeñar
desempeñar
despeñar

Ορισμός και σημασία του "desempeñar"στα ισπανικά

desempeñar
01

εκτελώ, ασκώ

realizar o ejecutar una tarea, función o papel 
desempeñar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
desempeño
γ΄ ενικό πρόσωπο
desempeña
ενεστώτα μετοχή
desempeñando
απλός αόριστος
desempeñó
παθητική μετοχή
desempeñado
Παραδείγματα
Desempeña un papel importante en la empresa. 

Διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην εταιρεία.

02

κατέχω, ασκώ

ocupar o ejercer un cargo, puesto o función 
desempeñar definition and meaning
Παραδείγματα
Desempeña el cargo de director desde 2019. 

Ασκεί τα καθήκοντα του διευθυντή από το 2019.

03

εξαγοράζω, ανακτώ από ενέχυρο

recuperar objetos o valores que estaban en custodia o empeñados 
Παραδείγματα
Fue a desempeñar su reloj empeñado. 

Πήγε να εξαργυρώσει το ενεχυριασμένο ρολόι του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store