el desecho
desecho
derechodeshecho

Ορισμός και σημασία του "desecho"στα ισπανικά

01

απόβλητο, σκουπίδι

material que se ha descartado o no tiene utilidad 
el desecho definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
desechos
Παραδείγματα
Los desechos se reciclan en la planta. 

Τα απόβλητα ανακυκλώνονται στο εργοστάσιο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store