Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
deseable
01
επιθυμητός
que es conveniente o atractivo por sus características o cualidades
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más deseable
συγκριτικός βαθμός
más deseable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
deseable
αρσενικό πληθυντικό
deseables
θηλυκό ενικό
deseable
θηλυκό πληθυντικό
deseables
Παραδείγματα
El terreno tiene una ubicación deseable.
Το οικόπεδο έχει επιθυμητή θέση.



























