Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
descubierto
01
ακάλυπτος, γυμνός
que no está cubierta por la ropa
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más descubierto
συγκριτικός βαθμός
más descubierto
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
descubierto
αρσενικό πληθυντικό
descubiertos
θηλυκό ενικό
descubierta
θηλυκό πληθυντικό
descubiertas
Παραδείγματα
Caminaba con los pies descubiertos sobre la hierba.
Περπατούσε με ακάλυπτα πόδια στο γρασίδι.
02
ακάλυπτος, χωρίς καπάκι
que no tiene tapa
Παραδείγματα
La olla descubierta dejaba escapar el vapor de la sopa.
Η ακάλυπτη κατσαρόλα άφηνε τον ατμό της σούπας να διαφεύγει.



























