Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
descender
01
κατέρχομαι, κατεβαίνω
ir o moverse hacia abajo desde un lugar o posición más alta
Παραδείγματα
El avión comenzó a descender lentamente.
Το αεροπλάνο άρχισε να κατεβαίνει αργά.
02
μειώνομαι, πέφτω
disminuir en cantidad, nivel o intensidad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
desciendo
γ΄ ενικό πρόσωπο
desciende
ενεστώτα μετοχή
descendiendo
απλός αόριστος
descendió
παθητική μετοχή
descendido
Παραδείγματα
La temperatura empezó a descender por la noche.
Η θερμοκρασία άρχισε να πέφτει τη νύχτα.



























