el desaliento
de
de
de
sal
ˈsal
sal
ien
jen
yen
to
to
to
desatento

Ορισμός και σημασία του "desaliento"στα ισπανικά

01

αποθάρρυνση, απογοήτευση

pérdida de ánimo, entusiasmo o esperanza ante una dificultad 
el desaliento definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El fracaso provocó desaliento en el equipo. 

Η αποτυχία προκάλεσε αποθάρρυνση στην ομάδα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store