Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
desafiar
01
προκαλώ, απειθώ
no obedecer reglas, autoridad o normas establecidas
Παραδείγματα
El niño desafió a sus padres y salió tarde de casa.
Το παιδί προκάλεσε τους γονείς του και βγήκε αργά από το σπίτι.
02
προκαλώ, αντιμετωπίζω
retar a alguien o enfrentarse a una situación difícil
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
desafío
γ΄ ενικό πρόσωπο
desafía
ενεστώτα μετοχή
desafiando
απλός αόριστος
desafió
παθητική μετοχή
desafiado
Παραδείγματα
El entrenador desafió a los jugadores a mejorar su rendimiento.
Ο προπονητής πρόκλησε τους παίκτες να βελτιώσουν την απόδοσή τους.



























