Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
desafiar
01
προκαλώ, απειθώ
no obedecer reglas, autoridad o normas establecidas
Παραδείγματα
Desafiar la autoridad puede traer consecuencias graves.
Αμφισβητώ την εξουσία μπορεί να έχει σοβαρές συνέπειες.
02
προκαλώ, αντιμετωπίζω
retar a alguien o enfrentarse a una situación difícil
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
desafío
γ΄ ενικό πρόσωπο
desafía
ενεστώτα μετοχή
desafiando
απλός αόριστος
desafió
παθητική μετοχή
desafiado
Παραδείγματα
Decidió desafiar sus propios límites físicos.
Αποφάσισε να προκαλέσει τα δικά του φυσικά όρια.



























