el desacuerdo
de
de
de
sac
ˈsak
sak
uer
weɾ
ver
do
ðo
dho

Ορισμός και σημασία του "desacuerdo"στα ισπανικά

01

διαφωνία

opinión o postura diferente que causa falta de acuerdo entre personas 
el desacuerdo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
desacuerdos
Παραδείγματα
Hay desacuerdo entre los miembros del comité. 

Υπάρχει διαφωνία μεταξύ των μελών της επιτροπής.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store