Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El deportación
01
απέλαση, εκτόπιση
acción de obligar a una persona a salir de un país donde se encuentra
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Se suspendió la deportación mientras se revisaba el caso.
Η απέλαση αναβλήθηκε ενώ εξετάστηκε η υπόθεση.



























