Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
depender
01
εξαρτώμαι
estar condicionado o determinado por algo o alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
dependo
γ΄ ενικό πρόσωπο
depende
ενεστώτα μετοχή
dependiendo
απλός αόριστος
dependió
παθητική μετοχή
dependido
Παραδείγματα
La elección depende de cada persona.
Η επιλογή εξαρτάται από κάθε άτομο.



























