depender
de
de
de
pen
pen
pen
der
ˈdeɾ
der
defenderdescender

Ορισμός και σημασία του "depender"στα ισπανικά

depender
01

εξαρτώμαι

estar condicionado o determinado por algo o alguien 
depender definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
dependo
γ΄ ενικό πρόσωπο
depende
ενεστώτα μετοχή
dependiendo
απλός αόριστος
dependió
παθητική μετοχή
dependido
Παραδείγματα
Todo depende del clima. 

Όλα εξαρτώνται από τον καιρό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store