Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
demente
01
παράφρων
que ha perdido la razón o tiene gravemente alteradas sus facultades mentales
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más demente
συγκριτικός βαθμός
más demente
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
demente
αρσενικό πληθυντικό
dementes
θηλυκό ενικό
demente
θηλυκό πληθυντικό
dementes
Παραδείγματα
Es demente pensar que puedes cruzar el océano en esa balsa.
Τρελό να νομίζεις ότι μπορείς να διασχίσεις τον ωκεανό με αυτή τη σχεδία.
El demente
01
τρελός, παράφρων
una persona que ha perdido la razón o tiene gravemente alteradas sus facultades mentales
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
dementes
Παραδείγματα
Los vecinos tenían miedo del demente que vivía en la casa abandonada.
Οι γείτονες φοβόντουσαν τον τρελό που ζούσε στο εγκαταλελειμμένο σπίτι.



























