Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
debatir
01
συζητώ
discutir un tema con otra u otras personas, presentando argumentos a favor y en contra
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
debato
γ΄ ενικό πρόσωπο
debate
ενεστώτα μετοχή
debatando
απλός αόριστος
debatieron
παθητική μετοχή
debatido
Παραδείγματα
Los estudiantes debatieron sobre el cambio climático.
Οι φοιτητές συζήτησαν για την κλιματική αλλαγή.



























