Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
debatir
01
συζητώ
discutir un tema con otra u otras personas, presentando argumentos a favor y en contra
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
debato
γ΄ ενικό πρόσωπο
debate
ενεστώτα μετοχή
debatando
απλός αόριστος
debatieron
παθητική μετοχή
debatido
Παραδείγματα
Me gusta debatir ideas con amigos.
Μου αρέσει να συζητώ ιδέες με φίλους.



























