Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El cómplice
01
συνεργός, συνεργός
persona que ayuda a otro a cometer un delito
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
cómplices
Παραδείγματα
El cómplice del ladrón fue arrestado junto con él.
Ο συνεργός του κλέφτη συνελήφθη μαζί του.



























