el cómplice
cóm
ˈkom
kom
pli
pli
pli
ce
θe
the

Ορισμός και σημασία του "cómplice"στα ισπανικά

01

συνεργός, συνεργός

persona que ayuda a otro a cometer un delito 
el cómplice definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
cómplices
Παραδείγματα
El cómplice del ladrón fue arrestado junto con él. 

Ο συνεργός του κλέφτη συνελήφθη μαζί του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store