la cátedra
cátedra

Ορισμός και σημασία του "cátedra"στα ισπανικά

01

έδρα

puesto o cargo de profesor universitario, especialmente de alto nivel 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
cátedras
Παραδείγματα
Ganó la cátedra de filosofía en la universidad. 

Κέρδισε την έδρα της φιλοσοφίας στο πανεπιστήμιο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store