Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El cursor
01
δρομέας
indicador que muestra la posición en la pantalla de un dispositivo informático
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
cursores
Παραδείγματα
No puedo ver el cursor en la pantalla.
Δεν μπορώ να δω τον δρομέα στην οθόνη.



























