Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La curación
01
ίαση, ανάρρωση
proceso de recuperación de la salud o mejoría de una enfermedad
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
curaciones
Παραδείγματα
La curación del paciente fue rápida.
Η ανάρρωση του ασθενούς ήταν γρήγορη.
02
κάπνισμα, ξήρανση
proceso de conservación de alimentos mediante sal, humo o secado
Παραδείγματα
La curación del jamón dura varios meses.
Η ωρίμανση του ζαμπόν διαρκεί αρκετούς μήνες.



























