Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cumplir
01
εκτελώ, εκπληρώνω
llevar a cabo lo prometido u ordenado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
cumplo
γ΄ ενικό πρόσωπο
cumple
ενεστώτα μετοχή
cumpliendo
απλός αόριστος
cumplió
παθητική μετοχή
cumplido
Παραδείγματα
Cumplió su promesa de ayudar.
Cumplió εκπλήρωσε την υπόσχεσή του να βοηθήσει.
02
φτάνω, γιορτάζω
alcanzar una cantidad de años en la vida
Παραδείγματα
Mañana cumplo veinte años.
Αύριο γίνομαι είκοσι χρονών.
03
υπακούω, τηρώ
respetar una norma, ley u orden
Παραδείγματα
Cumple las reglas de la escuela.
Τηρεί τους κανόνες του σχολείου.
04
εκτίω
pasar un tiempo en prisión como condena impuesta por un tribunal
Παραδείγματα
Tendrá que cumplir cinco años de cárcel.
Θα πρέπει να εκτίσει πέντε χρόνια φυλάκισης.



























