Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cuidadoso
01
προσεκτικός, προσεκτικός
que actúa con atención y precaución para evitar errores o riesgos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más cuidadoso
συγκριτικός βαθμός
más cuidadoso
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
cuidadoso
αρσενικό πληθυντικό
cuidadosos
θηλυκό ενικό
cuidadosa
θηλυκό πληθυντικό
cuidadosas
Παραδείγματα
Es cuidadoso al tomar decisiones importantes.
Είναι προσεκτικός όταν παίρνει σημαντικές αποφάσεις.
02
προσεκτικός, επιμελής
que se hace de manera minuciosa y con atención a todos los detalles
Παραδείγματα
Hizo un trabajo cuidadoso antes de entregar el informe.
Έκανε προσεκτική δουλειά πριν υποβάλει την έκθεση.



























