el cuestionario
cuestionario

Ορισμός και σημασία του "cuestionario"στα ισπανικά

El cuestionario
01

ερωτηματολόγιο, φόρμα έρευνας

una lista de preguntas para recopilar información o datos 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
cuestionarios
Παραδείγματα
El médico me dio un cuestionario sobre mis hábitos de salud. 

Ο γιατρός μου έδωσε ένα ερωτηματολόγιο για τις συνήθειες υγείας μου.

02

ερωτηματολόγιο, φύλλο ερωτήσεων

un documento con preguntas para un examen o prueba 
Παραδείγματα
El profesor repartió el cuestionario a los estudiantes. 

Ο δάσκαλος μοίρασε το ερωτηματολόγιο στους μαθητές.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store