Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cuestionar
01
αμφισβητώ
poner en duda la validez, veracidad o autoridad de algo o alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
cuestiono
γ΄ ενικό πρόσωπο
cuestiona
ενεστώτα μετοχή
cuestionando
απλός αόριστος
cuestionó
παθητική μετοχή
cuestionado
Παραδείγματα
El estudiante cuestionó la respuesta del profesor.
Ο μαθητής αμφισβήτησε την απάντηση του δασκάλου.



























