Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
creído
01
εύπιστος, αφελής
que cree fácilmente lo que le dicen, sin dudar o cuestionar
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más creído
συγκριτικός βαθμός
más creído
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
creído
αρσενικό πληθυντικό
creídos
θηλυκό ενικό
creída
θηλυκό πληθυντικό
creídas
Παραδείγματα
Los turistas creídos fueron engañados por los vendedores.
Οι εύπιστοι τουρίστες εξαπατήθηκαν από τους πωλητές.
02
αυτοπεπεισμένος, με αυτοπεποίθηση
seguro de sí mismo, con confianza en sus capacidades
Παραδείγματα
Te ves creído con ese proyecto.
Φαίνεσαι creído με αυτό το έργο.



























