Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cosechar
01
συγκομίζω
recoger los frutos, semillas o productos agrícolas cuando están listos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
cosecho
γ΄ ενικό πρόσωπο
cosecha
ενεστώτα μετοχή
cosechando
απλός αόριστος
cosechó
παθητική μετοχή
cosechado
Παραδείγματα
Los granjeros cosechan a mano o con maquinaria.
Οι αγρότες συλλέγουν με το χέρι ή με μηχανήματα.
02
συγκομιδή, καλλιεργώ
cultivar o cuidar plantas y cultivos para que den frutos
Παραδείγματα
Cosechan y cultivan uvas para producir vino.
Συλλέγουν και καλλιεργούν σταφύλια για την παραγωγή κρασιού.



























