el corvejón
cor
koɾ
κορ
ve
βe
βε
jón
ˈxon
χον
batallónopresióncolisióncomunión

Ορισμός και σημασία του "corvejón"στα ισπανικά

01

αστράγαλος, άρθρωση του αστραγάλου

la articulación en la pata trasera de algunos animales, como el caballo, comparable al tobillo humano 
el corvejón definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
corvejones
Παραδείγματα
El caballo se lastimó el corvejón durante el salto. 

Το άλογο τραυμάτισε τον αστράγαλο κατά τη διάρκεια του άλματος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store