el cortinaje

Ορισμός και σημασία του "cortinaje"στα ισπανικά

01

κουρτίνα

una tela o conjunto de telas que se cuelgan para cubrir una ventana, decorar o dar intimidad
el cortinaje definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
cortinajes
Παραδείγματα
El cortinaje de terciopelo es muy clásico y lujoso.
Η κουρτίνα από βελούδο είναι πολύ κλασική και πολυτελής.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store