Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El cortinaje
01
κουρτίνα
una tela o conjunto de telas que se cuelgan para cubrir una ventana, decorar o dar intimidad
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
cortinajes
Παραδείγματα
El cortinaje de la sala da un toque elegante a la habitación.
Η κουρτίνα του καθιστικού δίνει μια κομψή πινελιά στο δωμάτιο.



























