Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cortejar
01
ερωτοτροπώ
intentar ganar el afecto o amor de alguien mediante atención, regalos, gestos románticos o palabras halagadoras
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
cortejo
γ΄ ενικό πρόσωπο
corteja
ενεστώτα μετοχή
cortejando
απλός αόριστος
cortejó
παθητική μετοχή
cortejado
Παραδείγματα
Durante años, él la cortejó pacientemente hasta ganarse su amor.
Για χρόνια, την ερωτοτροπούσε υπομονετικά μέχρι να κερδίσει την αγάπη της.



























