Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cortejar
01
ερωτοτροπώ
intentar ganar el afecto o amor de alguien mediante atención, regalos, gestos románticos o palabras halagadoras
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
cortejo
γ΄ ενικό πρόσωπο
corteja
ενεστώτα μετοχή
cortejando
απλός αόριστος
cortejó
παθητική μετοχή
cortejado
Παραδείγματα
Juan decidió cortejar a María con flores y cartas románticas.
Ο Χουάν αποφάσισε να ερωτοτροπήσει τη Μαρία με λουλούδια και ρομαντικά γράμματα.



























