corporativo
corporativo

Ορισμός και σημασία του "corporativo"στα ισπανικά

corporativo
01

εταιρικός, επιχειρηματικός

relativo a una empresa o corporación 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
corporativo
αρσενικό πληθυντικό
corporativos
θηλυκό ενικό
corporativa
θηλυκό πληθυντικό
corporativas
θεματικό πεδίο
economía, organización
Παραδείγματα
El entorno corporativo es muy competitivo. 

Το εταιρικό περιβάλλον είναι πολύ ανταγωνιστικό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store