Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La contracción
01
συστολή
dolor que ocurre durante el trabajo de parto
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
contracciones
Παραδείγματα
Se administró medicación para aliviar la contracción.
Χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή για την ανακούφιση της συστολής.
02
συστολή, συνεπτυγμένη μορφή
forma reducida de una palabra o combinación de palabras en gramática
Παραδείγματα
La contracción aparece frecuentemente en el habla diaria.
Η συστολή εμφανίζεται συχνά στην καθημερινή ομιλία.



























