Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El contrabandista
01
λαθρέμπορος
una persona que introduce o saca mercancías de un país ilegalmente
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
contrabandistas
Παραδείγματα
El contrabandista cruzaba cigarros por la frontera.
Ο λαθρέμπορος διέσχιζε τσιγάρα στα σύνορα.
contrabandista
01
λαθρεμπορικός, παράνομος εμπόριο
relacionado con mercancías comerciadas ilegalmente
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
contrabandista
αρσενικό πληθυντικό
contrabandistas
θηλυκό ενικό
contrabandista
θηλυκό πληθυντικό
contrabandistas
Παραδείγματα
Encontraron mercancía contrabandista en el almacén.
Βρήκαν λαθραία εμπορεύματα στην αποθήκη.



























