Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El contexto
01
πλαίσιο
circunstancias o situación que rodean un hecho o idea
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
contextos
Παραδείγματα
El contexto laboral influye en la decisión del empleado.
02
πλαίσιο
parte de un escrito que rodea una palabra o frase y da sentido
Παραδείγματα
Sin el contexto, la oración pierde sentido.



























