Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El conservadurismo
01
συντηρητισμός, παραδοσιακός
doctrina o actitud política que busca mantener las tradiciones y resistir cambios rápidos en la sociedad
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El conservadurismo político promueve valores tradicionales.
Ο πολιτικός συντηρητισμός προωθεί τις παραδοσιακές αξίες.
02
συντηρητισμός, προσοχή
actitud de precaución o prudencia para evitar riesgos o problemas
Παραδείγματα
Su conservadurismo le hizo evitar inversiones riesgosas.
Ο συντηρητισμός του τον έκανε να αποφεύγει επικίνδυνες επενδύσεις.



























