Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
confrontar
01
συγκρίνω, αντιπαραβάλλω
examinar o analizar dos cosas para ver sus diferencias o similitudes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
confronto
γ΄ ενικό πρόσωπο
confronta
ενεστώτα μετοχή
confrontando
απλός αόριστος
confrontó
παθητική μετοχή
confrontado
Παραδείγματα
Confrontamos los resultados de ambos exámenes.
Συγκρίνουμε τα αποτελέσματα και των δύο εξετάσεων.
02
αντιμετωπίζω, παραβάλλω
poner a alguien frente a un problema, persona o situación difícil
Παραδείγματα
Confrontó a su amigo sobre el problema.
Αντιμετώπισε τον φίλο του σχετικά με το πρόβλημα.



























