confiscar

Ορισμός και σημασία του "confiscar"στα ισπανικά

confiscar
01

κατασχώ

quitar legalmente los bienes de una persona como pena o por una autoridad
confiscar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
confisco
γ΄ ενικό πρόσωπο
confisca
ενεστώτα μετοχή
confiscando
απλός αόριστος
confiscó
παθητική μετοχή
confiscado
Παραδείγματα
Confiscaron su pasaporte hasta que pagó la multa.
Κατάσχεσαν το διαβατήριό του μέχρι να πληρώσει το πρόστιμο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store