confiscar
con
kon
kon
fis
fis
fis
car
ˈkaɾ
kar
confirmarconfinar

Ορισμός και σημασία του "confiscar"στα ισπανικά

confiscar
01

κατασχώ

quitar legalmente los bienes de una persona como pena o por una autoridad 
confiscar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
confisco
γ΄ ενικό πρόσωπο
confisca
ενεστώτα μετοχή
confiscando
απλός αόριστος
confiscó
παθητική μετοχή
confiscado
Παραδείγματα
La policía puede confiscar bienes obtenidos ilegalmente. 

Η αστυνομία μπορεί να κατασχέσει αγαθά που αποκτήθηκαν παράνομα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store