Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
confiscar
01
κατασχώ
quitar legalmente los bienes de una persona como pena o por una autoridad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
confisco
γ΄ ενικό πρόσωπο
confisca
ενεστώτα μετοχή
confiscando
απλός αόριστος
confiscó
παθητική μετοχή
confiscado
Παραδείγματα
La policía puede confiscar bienes obtenidos ilegalmente.
Η αστυνομία μπορεί να κατασχέσει αγαθά που αποκτήθηκαν παράνομα.



























