Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
configurar
01
ρυθμίζω
ajustar o instalar un sistema, programa o dispositivo para su funcionamiento
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
configuro
γ΄ ενικό πρόσωπο
configura
ενεστώτα μετοχή
configurando
απλός αόριστος
configuró
παθητική μετοχή
configurado
Παραδείγματα
Es importante configurar el dispositivo correctamente.
Είναι σημαντικό να ρυθμίσετε σωστά τη συσκευή.
02
διαμορφώνω, ρυθμίζω
establecer parámetros o valores para el funcionamiento de algo
Παραδείγματα
Es posible configurar cada detalle manualmente.
Είναι δυνατό να ρυθμίσετε κάθε λεπτομέρεια χειροκίνητα.



























