Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
configurar
01
ρυθμίζω
ajustar o instalar un sistema, programa o dispositivo para su funcionamiento
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
configuro
γ΄ ενικό πρόσωπο
configura
ενεστώτα μετοχή
configurando
απλός αόριστος
configuró
παθητική μετοχή
configurado
Παραδείγματα
Necesito configurar el nuevo teléfono.
Πρέπει να διαμορφώσω το νέο τηλέφωνο.
02
διαμορφώνω, ρυθμίζω
establecer parámetros o valores para el funcionamiento de algo
Παραδείγματα
El usuario configuró las preferencias.
Ο χρήστης διαμόρφωσε τις προτιμήσεις.



























