confiar
confiar
confinar

Ορισμός και σημασία του "confiar"στα ισπανικά

confiar
01

εμπιστεύομαι

comunicar a alguien algo personal o secreto 
confiar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
confío
γ΄ ενικό πρόσωπο
confía
ενεστώτα μετοχή
confiando
απλός αόριστος
confió
παθητική μετοχή
confiado
Παραδείγματα
Ella confía en su amiga para contarle sus problemas. 

Αυτή εμπιστεύεται τη φίλη της για να της πει τα προβλήματά της.

02

εμπιστεύομαι, έχω εμπιστοσύνη σε

tener confianza en alguien o algo 
confiar definition and meaning
Παραδείγματα
Confío en su criterio profesional. 

Εμπιστεύομαι την επαγγελματική του κρίση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store