Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El comunismo
[gender: masculine]
01
κομμουνισμός, πολιτικό και οικονομικό σύστημα που στοχεύει σε μια αταξική κοινωνία με συλλογική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής
sistema político y económico que busca una sociedad sin clases, con propiedad colectiva de los medios de producción
Παραδείγματα
La Guerra Fría enfrentó al capitalismo y al comunismo.
Ο Ψυχρός Πόλεμος αντιτάχθηκε τον καπιταλισμό και τον κομμουνισμό.



























