Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La competencia
01
ανταγωνισμός, διαγωνισμός
situación en la que varias personas o grupos buscan un mismo objetivo o premio
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
competencias
Παραδείγματα
Los atletas entrenan mucho para ganar la competencia.
Οι αθλητές προπονούνται πολύ για να κερδίσουν τον αγώνα.
02
ανταγωνιστής, αντίπαλος
persona o grupo que compite contra otro
Παραδείγματα
Su principal competencia en el torneo es Juan.
Ο κύριος ανταγωνιστής του στο τουρνουά είναι ο Χουάν.
03
ικανότητα, επάρκεια
habilidad, capacidad o conocimiento para realizar una tarea correctamente
Παραδείγματα
Juan tiene mucha competencia en su profesión.
Ο Χουάν έχει πολλή ικανότητα στο επάγγελμά του.



























