el comensal
comensal

Ορισμός και σημασία του "comensal"στα ισπανικά

01

συνδαιτυμόνας, επισκέπτης εστιατορίου

persona que come en compañía de otras o en un restaurante 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
comensales
Παραδείγματα
Los comensales disfrutaron de una cena exquisita. 

Οι συνανθρώπους του τραπεζιού απολάμβαναν ένα εξαιρετικό δείπνο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store