Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La colonización
01
αποικισμός
proceso de establecer control político, social y económico sobre un territorio ajeno
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
colonizaciones
Παραδείγματα
La colonización europea tuvo un gran impacto en África.
Η ευρωπαϊκή αποικιοκρατία είχε μεγάλη επίδραση στην Αφρική.
LanGeek



























