Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
colocado
01
απασχολημένος, εργαζόμενος
que tiene un empleo o puesto de trabajo
Παραδείγματα
Por fin está colocado después de meses de buscar trabajo.
Τελικά colocado μετά από μήνες αναζήτησης εργασίας.
02
στουκωμένος, μεθυσμένος
bajo la influencia de drogas o alcohol, en un estado alterado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más colocado
συγκριτικός βαθμός
más colocado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
colocado
αρσενικό πληθυντικό
colocados
θηλυκό ενικό
colocada
θηλυκό πληθυντικό
colocadas
Παραδείγματα
Quería colocarse para evadirse de sus problemas.
Ήθελε να colocarse για να ξεφύγει από τα προβλήματά του.
03
τοποθετημένος, τοποθετηθείς
que está situado o posicionado en un lugar específico
Παραδείγματα
El jarrón colocado sobre la mesa era muy valioso.
Το βάζο τοποθετημένο πάνω στο τραπέζι ήταν πολύ πολύτιμο.



























