Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El colectivismo
[gender: masculine]
01
συλλογισμός, δόγμα που προτεραιοποιεί το συμφέρον της ομάδας έναντι του ατομικού
doctrina o forma de pensar que prioriza el interés del grupo por encima del individual
Παραδείγματα
El colectivismo se estudia en sociología para entender estructuras sociales.
Ο συλλογισμός μελετάται στην κοινωνιολογία για την κατανόηση των κοινωνικών δομών.



























