Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El colectivismo
01
συλλογισμός, δόγμα που προτεραιοποιεί το συμφέρον της ομάδας έναντι του ατομικού
doctrina o forma de pensar que prioriza el interés del grupo por encima del individual
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Algunas culturas valoran el colectivismo más que la individualidad.
Ορισμένες κουλτούρες εκτιμούν περισσότερο τον συλλογισμό από την ατομικότητα.



























