cohibido
cohibido

Ορισμός και σημασία του "cohibido"στα ισπανικά

01

ντροπαλός, συνεσταλμένος

que muestra timidez o reserva al interactuar con otros 
cohibido definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más cohibido
συγκριτικός βαθμός
más cohibido
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
cohibido
αρσενικό πληθυντικό
cohibidos
θηλυκό ενικό
cohibida
θηλυκό πληθυντικό
cohibidas
Παραδείγματα
El niño estaba cohibido en la fiesta y no habló con nadie. 

Το παιδί ήταν cohibido στο πάρτι και δεν μίλησε σε κανέναν.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store