la cobra
cob
ˈkob
κομπ
ra
ɾa
ρα
cabracebra

Ορισμός και σημασία του "cobra"στα ισπανικά

01

κόμπρα

una serpiente venenosa que levanta la parte frontal de su cuerpo y extiende una capucha cuando se siente amenazada 
la cobra definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
cobras
Παραδείγματα
La cobra silbó y levantó su cabeza antes de atacar. 

Η κόμπρα σφύριξε και σήκωσε το κεφάλι της πριν επιτεθεί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store