Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El clímax
01
αποκορύφωμα
momento de mayor intensidad o importancia en una narración, obra o situación
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
clímax
Παραδείγματα
La película alcanzó su clímax en la escena final.
Η ταινία έφτασε στο κορύφωμά της στην τελική σκηνή.
02
οργασμός, κορύφωση
momento de mayor placer en una relación sexual
Παραδείγματα
Algunas personas tienen dificultades para llegar al clímax.
Μερικοί άνθρωποι δυσκολεύονται να φτάσουν στο κορύφωμα.



























