Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La clemencia
01
έλεος, συγγνώμη
actitud de perdón o indulgencia hacia quien ha cometido una falta
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Pidió clemencia al juez.
Ζήτησε έλεος από τον δικαστή.



























