Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
clavar
01
καρφώνω, σφυρηλατώ
introducir un clavo u objeto puntiagudo en una superficie con un martillo u otra herramienta
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
clavo
γ΄ ενικό πρόσωπο
clava
ενεστώτα μετοχή
clavando
απλός αόριστος
clavó
παθητική μετοχή
clavado
Παραδείγματα
Voy a clavar un cuadro en la pared.
Πάω να καρφώσω έναν πίνακα στον τοίχο.
02
καρφώνω, μπήγω
introducir o fijar algo en otra superficie con fuerza
Παραδείγματα
Clavó la espada en la madera con fuerza.
Κάρφωσε το σπαθί στο ξύλο με δύναμη μπήγοντάς το.



























