Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
clasificar
[past form: clasifiqué][present form: clasifico]
01
ταξινομώ, κατηγοριοποιώ
ordenar o agrupar cosas según sus características
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
clasifico
γ΄ ενικό πρόσωπο
clasifica
ενεστώτα μετοχή
clasificando
απλός αόριστος
clasifiqué
παθητική μετοχή
clasificado
Παραδείγματα
¿ Cómo clasificarías estos objetos?
Πώς θα ταξινομούσατε αυτά τα αντικείμενα;
02
προκρίνομαι, περνώ
lograr pasar a una siguiente fase o etapa en una competencia
Παραδείγματα
¿ Cuántos equipos se clasifican por grupo?



























