Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
clasificar
01
ταξινομώ, κατηγοριοποιώ
ordenar o agrupar cosas según sus características
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
clasifico
γ΄ ενικό πρόσωπο
clasifica
ενεστώτα μετοχή
clasificando
απλός αόριστος
clasifiqué
παθητική μετοχή
clasificado
Παραδείγματα
Vamos a clasificar los libros por género.
Πρόκειται να ταξινομήσουμε τα βιβλία ανά είδος.
02
προκρίνομαι, περνώ
lograr pasar a una siguiente fase o etapa en una competencia
Παραδείγματα
El equipo se clasificó para la final.



























