clausurar

Ορισμός και σημασία του "clausurar"στα ισπανικά

clausurar
01

κλείνω, ολοκληρώνω

poner fin oficial a un acto, reunión o evento
clausurar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
clausuro
γ΄ ενικό πρόσωπο
clausura
ενεστώτα μετοχή
clausurando
απλός αόριστος
clausuró
παθητική μετοχή
clausurado
Παραδείγματα
Clausuraron la feria tras tres días de actividades.
Έκλεισαν την έκθεση μετά από τρεις ημέρες δραστηριοτήτων.
02

κλείνω, τερματίζω

cerrar o terminar oficialmente una actividad, institución o evento
clausurar definition and meaning
Παραδείγματα
Van a clausurar el proyecto antes de tiempo.
Πρόκειται να κλείσουν το έργο νωρίτερα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store