Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
clausurar
01
κλείνω, ολοκληρώνω
poner fin oficial a un acto, reunión o evento
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
clausuro
γ΄ ενικό πρόσωπο
clausura
ενεστώτα μετοχή
clausurando
απλός αόριστος
clausuró
παθητική μετοχή
clausurado
Παραδείγματα
El presidente clausuró la conferencia.
Ο πρόεδρος έκλεισε τη διάσκεψη.
02
κλείνω, τερματίζω
cerrar o terminar oficialmente una actividad, institución o evento
Παραδείγματα
Decidieron clausurar la fábrica.
Αποφάσισαν να κλείσουν το εργοστάσιο.



























