Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La citación
01
κλήτευση, δικαστική κλήτευση
un documento oficial que ordena a una persona comparecer ante un tribunal o autoridad en una fecha y hora determinadas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
citaciones
Παραδείγματα
Recibió una citación para declarar como testigo en el juicio.
Έλαβε μια κλήτευση για να καταθέσει ως μάρτυρας στη δίκη.



























