Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El chivato
01
πληροφοριοδότης, κατάσκοπος
una persona que informa a una autoridad sobre las acciones de otros de forma secreta y desleal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
chivatos
Παραδείγματα
En la cárcel, los chivatos suelen tener una vida difícil.
Στη φυλακή, οι πληροφοριοδότες συνήθως έχουν μια δύσκολη ζωή.



























